|
ΙΤΙΑ ΙΤΙΑ
Ιτιά, Ιτιά μοσχοϊτιά
μου ΄χεις μαράνει την καρδιά.
Ιτιά, Ιτιά μέσα στο ρέμα
σ' αγαπώ δεν είναι ψέμα.
Ιτιά μου σε παρακαλώ
σκύψε να κόψω τον ανθό.
Στη Ρούμελη και στο Μοριά
όλοι χορεύουν την Ιτιά.
Ιτιά μου στα χρυσά σου κλώνια
κελαηδούν πουλιά κι αηδόνια.
Ιτιά μου εσύ γλυκιά
δώσε μου δυο γλυκά φιλιά.
Δώσε μου δυο γλυκά φιλιά
να μου γιατρέψεις την καρδιά.
ΕΝΑΣ ΑΪΤΟΣ
Ένας, μωρέ ένας, ένας αϊτός καθότανε,
Μωρέ καθότανε,
Στον ήλιο και λιαζότανε, μωρέ λιαζότανε.
Κι έξυ-, μωρέ κι έξυνε τα νυχάκια του,
μωρέ τα νυχάκια του,
τα νυχοποδαράκια του, μωρέ ποδαράκια του.
Νύχια, μωρέ νύχια, νύχια μου και νυχάκια μου,
μωρέ και νυχάκια μου,
και νυχοποδαράκι μου, μωρέ ποδαράκια μου.
Την πέ-, την πέρδικα, την πέρδικα που πιάσατε,
μωρέ που πιάσατε,
να μην την εχαλάσετε, μωρέ μη χαλάσετε.
Θε να, μωρέ θε να, θε να τη βάλω στο κλουβί,
μωρέ στο κλουβί,
να κελαηδεί κάθε πρωί, μωρέ κάθε πρωί.
Το Ακορντεόν
Στη γειτονιά μου την παλιά είχα έναν φίλο που ήξερε και έπαιζε Ακορντεόν.
Οταν τραγούδαγε φτυστός ήταν ο ήλιος φωτιές στά χέρια του έβγαζε το ακορντεόν.
Μα ένα βράδυ σκοτεινό σάν όλα τα άλλα κράταγε τσίλιες παίζοντας ακορντεόν.
Γερμανικά καμιόνια φάνηκαν στήν μάντρα με μία ριπή σταμάτησε το ακορντεόν.
Το αρχινισμένο σύνθημα πάντα μου μένει, οταν ακούω απο τότε ακορντεόν·
κι εχει σαν στάμπα τη ζωή μου σημαδέψει. Δεν θα περά - δε θα περάσει ο φασισμός.
|
ΝΑ ΤΑΝ ΤΑ ΝΙΑΤΑ ΔΥΟ ΦΟΡΕΣ
Ωρέ να ΄ταν τα νιάτα,
να ΄ταν τα νιάτα δυο φορές,
να ΄ταν τα νιάτα δυο φορές
τα γηρατιά καμία.
Ωρέ να ξανανιώσω
να ξανανιώσω πουλί μου μια φορά
να ξανανιώσω μια φορά
να γίνω παλικάρι.
Ωρέ να βάνω το φε-,
να βάνω το φεσάκι μου,
να βάνω το φεσάκι μου,
να βγαίνω στο παζάρι.
ΠΑΝΩ ΣΕ ΨΗΛΗ ΡΑΧΟΥΛΑ
Πα- μωρέ πάνω, σε ψηλή ραχούλα,
πάνω σε ψηλή ραχούλα, κάθεται μια βλαχοπούλα.
Και μωρέ και τη ρόκα της κρατάει
και τη ρόκα της κρατάει, πρόβατα κι αρνιά φυλάει.
Τσο- μωρέ τσοπανόπουλο από πέρα,
τσοπανόπουλο από πέρα, τραγουδάει με τη φλογέρα.
Τρα- μωρέ τραγουδάει το καημένο,
τραγουδάει το καημένο, με παράπονο, θλιμμένο.
ΤΟ ΓΕΛΕΚΑΚΙ
Το γελεκάκι που φοράς,
εγώ στο ΄χω ραμμένο.
Με πίκρες και με βάσανα
το ΄χω φοδραρισμένο.
Φόρα το μωρό μου, φόρα το χρυσό μου,
γιατί δε θα το ξαναφορέσεις άλλο πια,
φόρα το για νάσαι για να με θυμάσαι,
για μετάξι έχω τα σγουρά σου τα μαλλιά.
Με πήρ' ο ύπνος κι έγειρα
στου καραβιού την πλώρη
και ήρθε και με ξύπνησε
του καπετάνιου η κόρη.
ʼιντε το μαλώνω, το μαλώνω,
άιντε κι ύστερα το μετανιώνω.
ʼιντε το μαλώνω και το βρίζω,
άιντε την καρδούλα του ραγίζω.
|